Το WordReference δεν έχει τη δυνατότητα να μεταφράσει αυτή τη φράση, μπορείτε όμως να κάνετε κλικ σε κάθε λέξη για να δείτε τη σημασία της:

delaying tactic


Η φράση που αναζητήσατε δεν βρέθηκε.
Η εγγραφή για τον όρο delay παρατίθεται στη συνέχεια.

Δείτε επίσης: delaying | tactic
  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations
  • English Usage

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
delay [sb] vtr(cause to be late)καθυστερώ ρ αμ
  καθυστερώ ρ μ
 Sorry, I was delayed by the traffic.
 Συγγνώμη, καθυστέρησα στον δρόμο.
 Συγγνώμη, με καθυστέρησε η κίνηση στον δρόμο.
delay n(action of deferral)αργοπορία, καθυστέρηση ουσ θηλ
 (μέσα μεταφοράς)καθυστέρηση ουσ θηλ
 His delay cost the company thousands of dollars.
 Η αργοπορία (or: καθυστέρησή) του στοίχισε στην εταιρεία χιλιάδες δολάρια.
 Αυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Είχαμε καθυστέρηση στο αεροδρόμιο.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
delay n(time delayed)καθυστέρηση ουσ θηλ
 The TV programs are on a 15-minute delay.
delay vi(procrastinate)αναβάλλω ρ μ
  κωλυσιεργώ ρ αμ
 (καθομιλουμένη)χρονοτριβώ ρ αμ
 He kept delaying and would never give us the documents.
delay vi(dawdle, linger)καθυστερώ ρ αμ
 (καθομιλουμένη)χασομερώ ρ αμ
 (μεταφορικά)χαζεύω ρ αμ
 Stop delaying! We need to get home.
delay [sth] vtr(postpone)αναβάλλω ρ μ
 (καθομιλουμένη)καθυστερώ ρ μ
 (καθομ: μια υποχρέωση, δουλειά)τρενάρω ρ μ
 They decided to delay the wedding for a year.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
developmental delay n(impaired mental or physical growth)καθυστέρηση της ανάπτυξης περίφρ
  αναπτυξιακή καθυστέρηση επίθ + ουσ θηλ
flight delay n(plane's late departure or arrival)καθυστέρηση πτήσης περίφρ
 I was at the airport for six hours because of a flight delay.
time delay n(lag in time)χρονική υστέρηση επίθ + ουσ θηλ
  χρονοκαθυστέρηση ουσ θηλ
time-delay n as adj(mechanism: with lag)με χρονική υστέρηση περίφρ
  με χρονοκαθυστέρηση περίφρ
without further delay expr(promptly, without postponing anymore)γρήγορα επίρ
  χωρίς άλλη καθυστέρηση έκφρ
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση delaying tactic στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «delaying tactic».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!